ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 24-7-2017 (αρ.εκθ.καταθ. …./2017) έφεση κατά της υπ’αριθ. 1588/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία την από 15-7- 2015 αγωγή του νυν εκκαλούντος κατά της νυν εφεσίβλητης , απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον ή εκκαλουμένη επιδόθηκε στις 26-6-2017 και η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 26-7-2017 (άρθ. 495, 511,513,516,517, 518 § 1 ΚΠολΔ). Δεδομένου δε ότι έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (σχετ. το υπ’αριθ. ….. e-ΠΑΡΑΒΟΛΟ), πρέπει να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ιδίαν λόγων της.

 

Με την από 15-7-2015 αγωγή του ο ενάγων και νυν εκκαλών, ισχυρίστηκε ότι ο αδερφός του, …., σύνηψε με την εναγόμενη και νυν εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία την με αριθμό ……/28.11.2006 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου – υπέρ της οποίας αυτός (ο ενάγων) εγγυήθηκε – ποσού τριακοσίων είκοσι χιλιάδων διακοσίων πενήντα τριών και ογδόντα τεσσάρων ελβετικών φράγκων (320.253,84 CHF) ή διακοσίων μίας χιλιάδων οκτακόσιων σαράντα εννέα ευρώ και δεκατριών λεπτών (201.849,13 €), με ανερχόμενη, κατά τον αυτό χρόνο, την ισοτιμία σε 1/1,5866. Ότι εν συνεχεία σύνηψε με την εναγομένη τη με αριθμό …./28.01.2008 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ποσού εκατόν εξήντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα πέντε και πενήντα δύο ελβετικών φράγκων (162.965,52 CHF) ή εκατόν μίας χιλιάδων διακοσίων εξήντα τεσράρων ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (101.264,84 €), με ανερχόμενη, κατά τον αυτό χρόνο, την ισοτιμία σε 1/1,6093. Ότι δεν είχε κανένα λόγο να επιλέξει τη συναλλαγή σε ελβετικό φράγκο, αφού δε χρειαζόταν συνάλλαγμα, οι προστηθέντες δε της εναγομένης υπάλληλοι του παρέστησαν ως επωφελή τη λύση του δανείου σε ελβετικό φράγκο, τονίζοντάς του μόνο το χαμηλό επιτόκιο και αποκρύπτοντας οποιαδήποτε άλλη παράμετρο ή κίνδυνο, όπως ανατροπής των συναλλαγματικών ισοτιμιών και τις επιπτώσεις μίας τέτοιας ανατροπής τόσο στις μηνιαίες δόσεις όσο και το υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου των ένδικων δανείων, ενώ στα μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα, που ελάμβανε, έλειπε οποιαδήποτε αναφορά στην εκάστοτε τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία και το εκάστοτε υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου τους σε ευρώ, με αποτέλεσμα να μη δύναται να αντιληφθεί ότι, κατά τη διάρκεια της εξυπηρέτησης των δανείων τους, είχε εμφιλοχωρήσει σημαντικού  μεγέθους ανατροπή στην ισοτιμία των δύο νομισμάτων με δυσμενείς γι’ αυτόν, συνέπειες. Ότι, συγκεκριμένα, έχει καταβάλει στην εναγομένη, για εξόφληση κεφαλαίου και τόκων του μεν πρώτου δανείου, το συνολικό ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, του δε δεύτερου δανείου, το συνολικό ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων τριακρσίων δεκατεσσάρων ευρώ και είκοσι λεπτών (42.314,20 €), ωστόσο, το άληκτο υπόλοιπο του κεφαλαίου ανερχόταν, κατά την 1.6.2015, στο ποσό των διακοσίων πενήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα έξι και εβδομήντα πέντε ελβετικών φράγκων (254.536,75 CHF) ή διακοσίων σαράντα τεσσάρωνχιλιάδων επτακοσίων σαράντα έξι ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (244.746,87 €) και στο ποσό των εκατόν είκοσι .δυο χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα επτά και εξήντα ελβετικών φράγκων (122.277,60 CHF) ή εκατόν δεκαεπτά χιλιάδων  πεντακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (117,574,61 ,€) αντίστοιχα, με ισρτιμία ανερχόμεγη σε 1/1,04. Ότι οι ένδικες συμβάσεις περιείχαν προδιατυπωμένους όρους, οι οποίοι, χωρίς καμία διαπραγμάτευση μεταξύ των διαδίκων, αποτέλεψανδεσμευτικές ρήτρες, κάι συγκεκριμένα ότι ο με αριθμό 7 όρος των ένδικων συμβάσεων, σύμφωνα με τον οποίο το δάνειο θα αποπληρώνεται σε ευρώ,, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, είναι καταχρηστικός, κατά Τις διατάξεις του ν. 2251/1994, και, ως εκ τούτου άκυρος, διότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία, αφού επιρρίπτει το συναλλαγματικό κίνδυνο από την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ στο δανειολήπτη. Ότι  λόγω του ιδιότυπου χαρακτήρα των ένδικων συμβάσεων ως επενδυτικών προϊόντων, οι προστηθέντες της εναγομένης υπάλληλοι, που προέβησαν στην πληροφόρησή του και υπέγραψαν από κοινού, τις ένδικες συμβάσεις, έπρεπε να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό τύπου ΒΙ επαγγελματικής επάρκειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 ν. 3371/2005, καθώς και να του προτείνουν τρόπους αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι άκυρες,αφενός, κατά τις διατάξεις των άρθρων 806 ΑΚ και κεφαλαίου 1 ΠΔίΈ 1955/1991 «Κανόνες χορήγησης δανείων από πιστωτικά ιδρύματα», διότι η χορήγησή στεγαστικών δανείων σε συνάλλαγμα μετέτρεψε παράνομα αυτά (δάνεια) σε χρηματοδότηση επενδυτικού χαρακτήρα, με τη χρήση χρηματοπιστωτικών παραγώγων, και, αφετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, διότι το ποσό που θα υποχρεωνόταν να επιστρέφει, κατά τη λήξη των ένδικων δανείων, δεν ήταν δυνατό να προκαθοριστεί, αλλά εναπόκειτο στην απόλυτη κρίση της εναγομένης να προσδιορίσει το ύψος της οφειλής, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία και την τιμή, που η τελευταία όριζε μονομερώς ως τιμή πώλησης συναλλάγματος, γεγονός που συνεπάγεται την υπέρμετρη δέσμευσή του. Ότι, επικουρικά, οι ένδικες συμβάσεις είναι άκυρες, κατά τις διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 281 ΑΚ. Ότι, εξαιτίας των ως άνω περιγραφόμενων παράνομων πράξεων και παραλείψεων των προστηθέντων της εναγόμενης υπαλλήλων, που υπερβαίνουν, περαιτέρω, τα όρια, που επιβάλλουν καλή πίστη, τα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη, αφενός, παρασύρθηκε να συνάψει τις ένδικες συμβάσεις, που διέφεραν ουσιωδώς από τις συμβάσεις στεγαστικών δανείων, που επιθυμούσε αφού, στην πραγματικότητα, επρόκειτο για επενδυτικές ενέργειες με αυξημένο ρίσκο αφετέρου, δεν αντιλήφθηκε τις επιπτώσεις που είχε η υπογραφή αυτών (των συμβάσεων) αττην περιουσία του, με αποτέλεσμα να υποστεί περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, συνιστάμενη σε προσβολή της προσωπικότητάς του. Ότι, συγκεκριμένα, η υλική του ζημία ανέρχεται στο ποσό των ογδόντα επτά χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (87.545,61 €), ως προς το πρώτο των ένδικων δανείων και στο ποσό των εκατόν ογδόντα μίας χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (181.990,29 €), ως προ το δεύτερο των ένδικων δανείων. Ότι, σε κάθε περίπτωση, η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία, ως προς τα ως άνω ποσά, με αντίστοιχη περιουσιακή του ζημία. Ότι, λαμβανομένων υπόψη και των ειδικότερων συνθηκών σύναψης των ένδικων συμβάσεων (παραπλάνηση εκ μέρους της εναγομένης, οικονομική και γνωστική υπεροχή της εναγομένης, υποχρέωση για διαφάνεια στις συναλλαγές και προστασία του καταναλωτή) οριοθετείται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ. Για τους λόγους αυτούς, ο ενάγων ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι ο με αριθμό 7 όρος των ένδικων συμβάσεων είναι άκυρος, λόγω καταχρηστικότητας, κατά τις διατάξεις του ν.2.251/1994, επιφέροντος δε την ακυρότητα του συνόλου των συμβάσεων και να τροποποιηθούν αυτές, κατά τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, πληρουμένου του κενού με συμπληρωματική λειτουργία των συμβάσεων, ώστε το εναπομείναν ανεξόφλητο κεφάλαιο των δανείων και οι δόσεις αποπληρωμής να εξοφλούνται, κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση τη σταθερή ισοτιμία, δηλαδή την τιμή πώλησης από την τράπεζα του ελβετικού φράγκου, κατά την ημερομηνία σύναψης των δανείων σε ελβετικό φράγκο, δηλαδή για τη μεν πρώτη των ένδικων συμβάσεων, την 28.11.2006, όπου η ισοτιμία ανερχόταν σε 1/1,5866, για δε τη δεύτερη των συμβάσεων, την 28.01.2008, όπου η ισοτιμία ανερχόταν στο 1/1,6093, με συνέπεια οι καταβολές, που έχει ήδη πραγματοποιήσει και πραγματοποιεί σε ευρώ, προς εκπλήρωση των απορρεουσών από τις ένδικες συμβάσεις υποχρεώσεών του, να υπολογίζονται από την εναγομένη σε ελβετικά φράγκα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία, που ίσχυε, κατά την ημέρα της σύναψης των ένδικων δανείων, β) να αναγνωρισθεί ως μόνη εφαρμοσθείσα ρήτρα για τη μετατροπή των οφειλόμενων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως αυτή εφαρμόστηκε στις ένδικες συμβάσεις, κατά το χρόνο σύναψής τους, δηλαδή, για την πρώτη αυτών, την 28.11.2006, και ανερχόταν σε 1/1,5866, και, για τη δεύτερη αυτών, την 28.01.2008, και ανερχόταν σε 1/1,6093, γ) να αναγνωσθεί ότι τα μετατραπέντα ποσά δανείων, τα οποία εκταμιεύτηκαν και μεταβιβάστηκαν σε αυτόν, δηλαδή την 28.11.2006, το ποσό των διακοσίων μίας χιλιάδων οκτακόσιων σαράντα εννέα ευρώ και δεκατριών λεπτών (201.849,13 €), και την 28.01.2008, το ποσό των εκατό χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα δύο ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (100.932,44 €), αποτελούν τα μοναδικά ποσά κεφαλαίου δανείων, που οφείλει να επιστρέφει στην εναγομένη, και να αναγνωριστεί ότι οι ένδικες συμβάσεις λειτουργούν ως συμβάσεις στεγαστικών δανείων ποσών διακοσίων μίας χιλιάδων οκτακόσιων σαράντα εννέα ευρώ και δεκατριών λεπτών (201.849,13 €) και εκατόν χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα δύο ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (100.932,44 €) αντίστοιχα, δ) να αναγνωρισθεί ότι, αφενός, το οφειλόμενο, την 1.6.2015, υπόλοιπο του δευτέρου των ένδικων δανείων, συνυπολογισμένων των, μέχρι την κατάθεση της αγωγής, καταβολών για την εξόφληση του κεφαλαίου, ανερχόταν ως άληκτο κεφάλαιο στο ποσό των εβδομήντα χιλιάδων εννιακοσίων τριών ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (70.903,44 €) και για κάθε αποπληρωμή δόσης ή και του τυχόν ληξιπρόθεσμου οφειλόμενου ποσού της σύμβασης, έκτοτε.και στο εξής, θα εφαρμόζεται ως μόνη ρήτρα για τη μετατροπή των οφειλόμενων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως αυτή εφαρμόστηκε, κατά την ημέρα εκταμίευσης, δηλαδή την 28.01.2008, και ανερχόταν σε 1/1,6093, και, αφετέρου, (να αναγνωρισθεί) ότι το οφειλόμενο, την 01.06.2015, υπόλοιπο του πρώτου των ένδικων δανείων, συνυπολογιζόμενων των, μέχρι την,, κατάθεση της αγωγής, καταβολών για την εξόφληση του κεφαλαίου, ανερχόταν ως άληκτο κεφάλαιο στο ποσό των εκατόν εβδομήντα μίας χιλιάδων οκτακόσιων σαράντα εννέα ευρώ και δεκατριών λεπτών (171.849,13 €) και για κάθε αποπληρωμή δόσης ή και του τυχόν ληξιπρόθεσμου οφειλόμενου ποσού της σύμβασης, έκτοτε και στα εξής, θα εφαρμόζεται ως μόνη ρήτρα για τη μετατροπή των οφειλόμενων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως αυτή εφαρμόστηκε, κατά την ημέρα εκταμίευσης, δηλαδή την 28.11.2006, και ανερχόταν σε 1/1,5866, ε) επικουρικά δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης, αφενός, να εφαρμόσει για τη μετατροπή του καταβαλλόμενου, μέχρι την κατάθεση της αγωγής, ποσού των σαράντα δύο χιλιάδων τριακοσίών δεκατεσσάρων ευρώ και είκοσι λεπτών (42.314,20 €), της δεύτερης των ένδικων συμβάσεων, τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως αυτή εφαρμόστηκε, κατά την ημέρα σύναψης και εκταμίευσης, δηλαδή την 28.01.2008, και ανερχόταν σε 1/1,6093, να επαναπροσδιορίσει το άληκτο κεφαλαίο της ένδικης σύμβασης και στο εξής να εφαρμόζει για κάθε αποπληρωμή δόσης ή και του τυχόν ληξιπρόθεσμου οφειλόμενου δανείου, ως μόνη ρήτρα για τη μετατροπή των οφειλομένων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως αυτή εφαρμόστηκε, κατά το χρόνο εκταμίευσης, και, αφετέρου, να εφαρμόσει για τη μετατροπή του καταβαλλόμενου, μέχρι την κατάθεση της αγωγής, ποσού των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, της πρώτης των ένδικων συμβάσεων, τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως αυτή εφαρμόστηκε, κατά την ημέρα σύναψης και εκταμίευσης, δηλαδή την 28.11.2006, και ανερχόταν σε 1/1,5866, να επαναπροσδιορίσει το άληκτο κεφάλαιο της ένδικης σύμβασης και στο εξής να εφαρμόζει για κάθε αποπληρωμή δόσης ή και του τυχόν ληξιπρόθεσμου οφειλόμενου δανείου, ως μόνη ρήτρα για τη μετατροπή των οφειλομένων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως αυτή εφαρμόστηκε, κατά το χρόνο εκταμίευσης, ζ) να αναγνωριστεί ότι έχει καταβάλει στην εναγομένη, έως την 01.06.2015, προς εξόφληση κεφαλαίου δανείου, αφενός, για τη δεύτερη των ένδικων συμβάσεων, το ποσό των τριάντα χιλιάδων είκοσι εννέα (30.029) ευρώ και το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανέρχεται στο ποσό των εβδομήντα χιλιάδων εννιακοσίων τριών ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (70.903,44 €), και, αφετέρου, για την πρώτη των ένδικων συμβάσεων, το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και το άληκτο κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των εκατόν εβδομήντα μίας χιλιάδων οκτακόσιων σαράντα εννέα ευρώ και δεκατριών λεπτών (171,849,13 €), και στ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20,000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη με τις εκεί αναφερόμενες αιτιολογίες.

 

Με τον 1° λόγο της έφεσής του ο εκκαλών παραπονείται διότι η εκκαλουμένη απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αίτημά του για αναγνώριση της ακυρότητος του όρου 7 της σύμβασης χορήγησης δανείου σε ελβετικό φράγκο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 § 6 ν.2251/1994, κρίνοντας ότι ο σχετικός όρος είναι δηλωτικός και ότι επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ χωρίς να εισάγει απόκλιση απ’αυτήν με τους σ’αυτόν διακρίσεις.

 

Ι.Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές προβλέπει ότι: “Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας, Η έκφραση “νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου” που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως”. Επιπλέον, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας εξηγείται ότι: “Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα ότι,-γι αυτόν, τον λόγο, η έκφραση “νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ” που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίες εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως”. . Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/12, συμβατικοί όροι οι οπρίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιαςχώρας-μέλους εξ ορισμού δεν, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα. Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός γομοθέτης ήδη Προέβη σε στάθμίση ρύμφερόντών των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμισα δεν μήορεί να είναι καταχρηστική. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.) όι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι “δηλωτικοί”, μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπάρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε “νομοθετικές”ή κανονιστικές διατάξεις άνάγκαστικού δικαίου” να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι` αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών. Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης ηρος το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. Και τούτο διότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν.2251/1994 : “Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται”. Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα “την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή”. Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν.2251/1994. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Ειδικότερα, στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, οπότε ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι “δηλωτικός”, ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου. Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: `Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, δηλαδή την αξία που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα”, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου. Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρο αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 1 -1 -2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2019 τνπ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ανωτέρω ειδικές περιπτώσεις (άρθρ. 2 § 7 N.225J1/1994) είναι η αρχή της διαφάνειας, η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο, δέσμευσης του καταναλωτή, να μην ασκήσει κατά την λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης, νόμιμα δικαιώματά του έναντι του προμηθευτή (ΟλΑΠ 12/2017 τνπ ΝΟΜΟΣ ). Η αρχή της διαφάνειας των ΓΟΣ διακηρύσσεται στην 20η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και διατυπώνεται ρητά και στα άρθρα 4 παρ.2 και 5 εδ.α της Οδηγίας αυτής. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο κανταλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη στης σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής (ΟλΑΠ 12/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ.2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, οι συμβατικές ρήτρες του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης και της σχέσης παροχής και αντιπαροχής δεν ελέγχονται ως καταχρηστικές, παρά μόνο σε σχέση με την αρχή της διαφάνειας, δηλαδή αν είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Αυτού του είδους ρήτρες είναι εκείνες που ορίζουν τις κύριες παροχές της σύμβασης και οι οποίες ως τέτοιες χαρακτηρίζουν τον οικείο συμβατικό τύπο. Αντίθετα οι ρήτρες που έχουν δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με τις ρήτρες που ορίζουν την ουσία αυτή καθ’εαυτή του συμβατικού δεσμού, δεν είναι δυνατόν να εμπίπτουν στην έννοια του κύριου αντικειμένου της σύμβασης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης. Έτσι, η σχέση παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου ΓΟΣ, εν τούτοις, με το ως άνω άρθρο 4 παρ.2 της Οδηγίας ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Στο εσωτερικό δίκαιο η αρχή της διαφάνειας περιέχεται στο άρθρο 2 παρ.2α και 7 ε, ια Ν.2251/1994. Η αρχή της διαφάνειας αποτελεί εκδήλωση του προτύπου πληροφόρησης που ενισχύει την προσωπική ευθύνη του καταναλωτή για την συμβατική επιλογή του, με την παροχή σε αυτόν προστασίας εμφανιζόμενης υπό την μορφή της εξασφάλισης ενός επιπέδου πληροφόρησης, το οποίο θα καθιστά τον ίδιο υπεύθυνο φορέα λήψης αποφάσεων εντός μιας αγοράς, όπου λειτουργούν οι κανόνες του ανταγωνισμού. Το συγκεκριμένο πρότυπο πληροφόρησης κατά τη νομολογία του ΔΕΕ έχει ως αποδέκτη τον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (ΔΕΕ της 30/4/2014, υπόθεση C-26/13, σκέψη 74). Η αρχή της διαφάνειας ανάγεται σε δείκτη που καθοδηγεί στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας του άρθρου 2 παρ.6 εδ.α ν.2251/1994 και συγκεκριμένα συνιστά κριτήριο εξειδίκευσης της «σημαντικής διατάραξης» της συμβατικής ισορροπίας, καθόσον οι αδιαφανείς ρήτρες οδηγούν, λόγω ακριβώς της αδιαφάνειας τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας κατά το άρθρο 2 παρ.6 του ν. 2251/1994. Και τούτο, διότι το δίκαιο των Γ.Ο.Σ. διαπνέεται από την αρχή της διαφάνειας, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή της προστασίας του καταναλωτή και έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό νομικό σύστημα μέσω των άρθρων 2 παρ.1-3 και 5 του Ν.2251/1994 αλλά και του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 περ.ε,ζ,η,ι,ια του ιδίου νόμου. Η αρχή της διαφάνειας συμπτύσσεται σε ένα τρίπτυχο κατευθύνσεων που πρέπει να διακρίνει τους ΓΟΣ. Η πρώτη πτυχή είναι αυτή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, η δεύτερη πτυχή αφορά στο ορισμένο (ή οριστό) του περιεχομένου των όρων και η τρίτη πτυχή η προβλεψιμότητα των όρων που επάγεται την απαγόρευση απροσδόκητων, αιφνιδιαστικών ή παραπλανητικών ρητρών. Η απαίτηση περί διαφάνειας των ΓΟΣ δεν αφορά απλά και μόνο τον κατανοητό αυτών χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη, παρά αναφέρεται και στη λεπουργία τους, ούτως ώστε ρ καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που κάθε όρος συνεπάγεται γι’ αυτόν (ΔΕΕ της 30/4/2014, Arpad Kasler κατά OTP Jelzalogbank Zrt, υπόθεση C-26/13, σκέψεις 71 – 75). Η παραπάνω σαφήνεια δηλαδή, αφορά και τις νομικές συνέπειες μίας ρήτρας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για τον λόγο αυτό, ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ιδιαίτερα, όσον αφορά τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές`πρέπει να είναι ευκρινείς, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις έναντι του καταναλωτή. Προς την,κατεύθυνση της προβλεψιμότητας που επιβάλλει η αρχή της διαφάνειας και της αποτροπής της διάψευσης των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, υπάρχει ανάγκη της προστασίας των προδοκιών αυτών, στις λεγάμενες απροσδόκητες ή αιφνιδιαστικές ρήτρες, δηλαδή στις ρήτρες εκείνες που μεταβάλλουν την εικόνα που δικαιολογημένα έχει δημιουργηθεί στον καταναλωτή αναφορικά με το ύψος του τιμήματος ή την έκταση της κύριας παροχής, δηλαδή στοιχεία που είναι συνήθως και τα μόνο που πράγματι εξετάζει ο καταναλωτής. Ως προβλέψιμος χαρακτηρίζεται ο όρος, που είναι όμοιος με αυτούς που συνήθως εμφανίζονται και διαμορφώνουν το αντίστοιχο περιεχόμενο των ιδίου τύπου συμβάσεων με τις οποίες η επιβαλλόμενη στον καταναλωτή οικονομική επιβάρυνση είναι ορισμένη ή προκύπτει ο αριθμητικός της προσδιορισμός από συγκεκριμένες εκτιθέμενες παραμέτρους με την εκτέλεση από ,τον καταναλωτή απλού μαθηματικού υπολογισμού. Οι όροι που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά είναι αναμενόμενοι για τους καταναλωτές που` επιλέγουν να μετέχουν στον αντίστοιχο συμβατικό τύπο, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο αυτοπροστασίας μέσω της λειτουργίας του ανταγωνισμού, ώστε να αποκλείεται,η δικαιοδοτική επέμβαση και η επιβολή μια διαφορετικής διαμόρφωσης του συμβατικού περιεχομένου. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική, και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του, είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, που, κατά το φαινόμενο, έχει ο προμηθευτής. Υπό το πρίσμα αυτό, οι αδιαφανείς ρήτρες μπορεί να οδηγήσουν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειάς τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, ενώ αυτή ακριβώς η αδιαφάνεια εξειδικεύεται σε πολλές περιπτώσεις της παραγράφου 7, όπως για παράδειγμα στο εδ.ε {«…επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο»), εδ. ζ {«…επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή του είναι σύμφωνη με τη σύμβαση»), εδ.η {«…επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του»), εδ.ι {«…επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο»), εδ.ια («…χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό τον με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή (ad hoc ΑΠ 430/2015, ο.π.). Ένας ΓΟΣ, ο οποίος δεν πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας είναι άκυρος (ΟλΑΠ 12/2017, ΟλΑΠ 15/2007, ΟλΑΠ 6/2006 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ακυρότητα ενός ΓΟΣ δεν επιδρά στο κύρος όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ’ αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, δεν αναγνωρίζεται στον προμηθευτή η δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί. Εξ αντιδιαστολής, έτσι, συνάγεται ότι ο καταναλωτής δεν εμποδίζεται να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 181. Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 181 ΑΚ, ολική είναι η ακυρότητα όταν καταλαμβάνει ολόκληρη τη δικαιοπραξία, ενώ μερική είναι η ακυρότητα, εάν αφορά μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Μερική ακυρότητα υπάρχει όταν, κατά την έννοια του νόμου, η ενέργεια ακυρότητας (και όχι η αιτία-λόγος ακυρότητας), πλήττει μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Η μερική ακυρότητα δικαιοπραξίας μπορεί να αναφέρεται σε οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας, ο δε γενικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 181 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν η δικαιοπραξία μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ή περισσότερα διακριτά μεταξύ τους μέρη ή όταν πρόκειται για ενιαία, εξωτερικά, δικαιοπραξία, αποτελούμενη από περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, που συνάπτουν οι συμβαλλόμενοι και συναποτελούν, λόγω του περιεχομένου και του σκοπού τους, ενιαία οικονομική ενότητα και, κατά τη θέληση όλων των συμβαλλομένων μερών, οι περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, τελούν σε συνεξάρτηση και έχουν συνομολογηθεί ως ουσιώδεις, με την έννοια ότι η σύναψη της μίας έχει εξαρτηθεί από τη σύναψη της άλλης, ώστε και η ακυρότητα μίας α,πό αυτές, να καθιστά μη θελημένη την ενιαία δικαιοπραξία. Για να επεκταθεί η ακυρότητα του μέρους, σε ολόκληρη τη δικαιοπραξία, πρέπει ένας από τους συμβαλλόμενους να ισχυριστεί και να αποδείξει, ότι η υποθετική θέληση όλων των μερών, κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας θα ήταν να μην ισχύσει η (όλη), δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, δηλαδή του συγκεκριμένου όρου ή της αυτοτελούς συμφωνίας κλπ. Η δβ αναζήτηση και εξακρίβωση, της σχετικής υποθετικής βούλησης των συμβαλλόντων, γίνεται με χρήση υποκειμενικών κριτηρίων (αξιολογήσεις των συμβαλλομένων, κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας, οικονομικά συμφέροντα αυτών κλπ.), αλλά και με χρήση αντικειμενικών κριτηρίων (φύση της δικαιοπραξίας, σκοπός αυτής κλπ.), βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 772/2014, ΕφΑθ 911/2018 Τνπ ΝΟΜΟΣ).

 

Με βάση τα προεκτεθέντα ο όρος 7α εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους – naturalia negotii-της επίδικης σύμβασης, αφού επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, δίχως να εισάγει απόκλιση από αυτή και δίχως να συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις και κυρίως, δίχως να εναποθέτει τον προσδιορισμό του ύφους της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην Τράπεζα. Κατά την ανωτέρω ενδοτικού δικαίρυ διάταξη, κρίσιμος δεν είναι ο χρόνος της συνομολόγησης ή της λήξης του χρέους, αλλά εκείνος της πραγματικής πληρωμής. Η έως τότε τυχόν άνοδος ή πτώση της αξίας του ξένου νομίσματος αποβαίνει σε βάρος ή προς όφελος, αντίστοιχα, του οφειλέτη. Ο όρος αυτός, που έχει τύχει της έγκρισης του εθνικού νομοθέτη, είναι διαφανής, καθώς γίνεται δεκτό πως ο εθνικός νομοθέτης έχει προβεί . σε εξισορρόπησή του συνόλου των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών στις συμβάσεις που αφορά και δεν στηρίζεται σε καταχρηστική εκμετάλλευση της οικονομικής υπεροχής του προμηθευτή. Είναι σαφές, ότι οι κρίσιμες δανειακές συμβάσεις, δεν εμφανίζουν ατυπικά χαρακτηριστικά, συγκριτικά με τη νομοτυπική μορφή για την οποία ισχύει ο προβλεπόμενος στο άρθρο 291 ΑΚ κανόνας ενδοτικού δικαίου, ο οποίος δεν αφορά συγκεκριμένη κατηγορία συμβάσεων, αλλά υποδεικνύει τον τρόπο εκπλήρωσης χρηματικής, οφειλής σε ξένο νόμισμα, ανεξάρτητα από το είδος , της καταρτισθείσας σύμβασης. Εφαρμόζεται μάλιστα στις αξιώσεις, που στηρίζονται απευθείας στο νόμο και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, όπως η κρίσιμη δανειακήσύμβαση, μετην οποία συνομολογήθηκεοφειλή σε ξένο νόμισμα – ελβετικά φράγκα- με βάσει τοΠΔ 96/1993, ΠΔ.104/1994, ΠΔ/ΤΕ 2303/1994, ΠΔ/ΤΕ 2325/1994, ΠΔ/ΤΕ 2342/1994, αρ. 63 επ. ΣΛΕΕ, αρθ. 5 § 1 ν.2842/2000. Η εναγόμενη Τράπεζα, για τή ρύθμιση των σχέσεων τής με τον δανειολήπτη, συμπεριέλαβε στις κρίσιμες συμβάσεις όρο, ο οποίος, όχι μόνο δεν αποκλίνει από τις σχετικές διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, αντιθέτως, επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ ως εκ τούτου ο όρος δεν υπόκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 93/13 και κατ` επέκταση της νομοθεσίας περί προστασίας καταναλωτή, σε κάθε δε περίπτωση ο εν λόγω όρος, ως επαναλαμβάνων την 291 ΑΚ, δεν μπορεί να θεωρηθεί, σύμφωνα και με την ως άνω νομολογία, ότι προκαλεί σημαντική διατάραξη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ανάμεσα στον προμηθευτή και τους καταναλωτές. Συνεπώς, ο όρος 7α είναι Γ.Ο.Σ. που επαναλαμβάνει εθνική ρύθμιση σε συναλλαγή που δεν αποκλίνει από το ρυθμιστικό πρότυπο του εθνικού νομοθέτη, όπως το έθεσε όταν θέσπιζε την ως άνω εθνική ρύθμιση. Και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, κατά ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13 (βλ. 13η σκ. Προοιμίου της Οδηγίας και αριθ. 1 παρ. 2 αυτής), κατά την οποία, αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι συμβατικές ρήτρες που απηχούν διατάξεις ενδοτικού δικαίου της εθνικής νομοθεσίας, δίχως να τροποποιούν το περιεχόμενό τους ή το πεδίο εφαρμογής τους. Η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε ότι ο κρίσιμος όρος ως δηλωτικός εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητος, ότι δεν είναι αναγκαίο να συνδέεται η οικεία σύμβαση με πραγματική εισαγωγή τραπεζογραμματίων ελβετικού φράγκου, αλλά δύναται να χορηγείται αυτό από την τράπεζα με τη μορφή λογιστικού χρήματος, προερχόμενου είτε από άντληση κεφαλαίων στο οικείο νόμισμα από τη χρηματαγορά είτε από δανεισμό της τράπεζας από το διατραπεζική αγορά του ελβετικού φράγκου, δεδομένου ότι δεν τίθενται πλέον συναλλαγματικοί περιορισμοί στη σύναψη δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα (άρθρα 63 επ. ΣΛΕΕ, 5 παρ. 1 ν. 2842/2000, ΠΔΤΕ 2325/1994), ότι η χορήγηση των ένδικων δανείων δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως επενδυτική υπηρεσία, αφού σκοπός αυτών (των συμβάσεων), όπως και ο ίδιος ο ενάγων/εκκαλών δέχεται, ήταν η λήψη του δανείου σε ξένο νόμισμα με ευνοϊκούς όρους και όχι η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της επενδυτικής υπηρεσίας, κατά τρόπο, που, στην προκειμένη περίπτωση, οι σχετικές συναλλαγματικές δραστηριότητες ήταν αμιγώς παρεπόμενες της χορήγησης και της αποπληρωμής του ένδικου δανείου σε ξένο νόμισμα, χωρίς να υφίσταται πράξη προθεσμιακής πώλησης συναλλάγματος, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι δε γίνεται επίκληση στην υπό κρίση αγωγή δέσμευσης κεφαλαίων, με σκοπό την επερχόμενη αύξηση αυτών και εισροή νέων, αλλά αντίθετα εκτίθενται περιστατικά εκταμίευσης ορισμένων ποσών, προορισμένων για στεγαστικές ανάγκες με την επ’ ωφελεία του ενάγοντος εκμετάλλευση του χαμηλότερου επιτοκίου Libor, που συνόδευε το ελβετικό φράγκο, χωρίς τη δημιουργία μεταξύ των διαδίκων ταμειακών ροών ή πραγματικών συναλλαγών σε ξένο νόμισμα, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις, απορριπτομένου ως αβασίμου του 1ου λόγου της έφεσης.

 

Με τον 2° και τελευταίο λόγο της έφεσής του παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τον αν ο σχετικός κρίσιμος όρος της σύμβασης είναι διαφανής ή όχι, υποστηρίζοντας ότι είναι αδιαφανής αφού δεν αναφέρει το μηχανισμό λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας και τους παράγοντες που τον επηρεάζουν, κατά τα ειδικότερα σ’αυτόν διαλαμβανόμενα.

 

Από τις ένορκες καταθέσεις των επιμελεία των διαδίκων εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων και των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, αποδείχθηκε ότι ο αδελφός του ενάγοντος ……., σύνηψε με την εναγόμενη και νυν εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία την με αριθμό …………/28.11.2006 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου – υπέρ της οποίας αυτός (ο ενάγων) εγγυήθηκε – ποσού τριακοσίων είκοσι χιλιάδων διακοσίων πενήντα τριών και ογδόντα τεσσάρων ελβετικών φράγκων (320.253,84 CHF) ή διακοσίων μίας χιλιάδων οκτακόσιων σαράντα εννέα ευρώ και δεκατριών λεπτών (201.849,13 €), με ανερχόμενη, κατά τον αυτό χρόνο, την ισοτιμία σε 1 /1,5866. Εν συνεχεία σύνηψε με την εναγομένη τη με αριθμό …../28.01.2008 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ποσού εκατόν εξήντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα πέντε και πενήντα δύο ελβετικών φράγκων (162.965,52 CHF) ή εκατόν μίας χιλιάδων διακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (101.264,84 €), με ανερχόμενη, κατά τον αυτό χρόνο, την ισοτιμία σε 1/1,6093. Στις ως άνω συμβάσεις εμπεριέχεται και ο όρος 7 , από την απλή ανάγνωση του οποίου προκύπτει σαφώς ότι προκειμένου να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις ο δανειολήπτης είτε θα πρέπει να καταβάλλει τις δόσεις σε ελβετικά φράγκο, είτε θα πρέπει να αγοράσει (είτε από την εναγομένη Τράπεζα, είτε και από άλλη τράπεζα ή ανταλλακτήριο συναλλάγματος) τα ελβετικά φράγκα που απαιτούνται για την καταβολή της εκάστοτε δόσης, με βάση την ισχύουσα κατά το χρόνο πληρωμής κάθε δόσης ισοτιμία των νομισμάτων. Σε συμμόρφωση με τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, συμφωνήθηκε να υπολογίζεται το ποσό του συναλλάγματος σε ευρώ με την ισοτιμία της ημέρας καταβολής του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού. Ο ενάγων γνώριζε ότι δεν θα καταβάλλει ευρώ για την αγορά των ελβετικών φράγκων με βάση σταθερή-ισοτιμία, πολύ δε περισσότερο με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο λήψης εκάστου δανείου του. Όλοι οι όροι (και ο επίμαχος) των δανειακών συμβάσεων έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια και από την απλή ανάγνωσή τους δεν προκύπτει η οποιαδήποτε αμφιβολία για το είδος της παροχής και τον τρόπο υπολογισμού της, ότι δηλαδή ο δανειολήπτης οφείλει να καταβάλει μηνιαία δόση, είτε σε ελβετικά φράγκα, είτε καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό των ελβετικών φράγκων σε ευρώ, με βάση υπολογισμού την ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής και ότι αυτή η ισοτιμία δεν θα είναι σταθερή, αλλά είναι πιθανό να μεταβληθεί. Εξάλλου, δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας του επίδικου όρου λόγω αντίθεσης του στην περίπτωση ια` της παραγρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. αφού η σύνδεση του ύψους της δανειακής δόσης με την ισοτιμία των δύο νομισμάτων αποτέλεσε αντικείμενο της υπογραφείσας Δανειακής Σύμβασης, εν γνώσει του ανέφικτου εκ των προτέρων προσδιορισμού της μελλοντικής διακύμανσης. Το νόημα των όρων αυτών γίνεται αντιληπτό από τον μέσο συνετό καταναλωτή που διαθέτει τις μέτριου ή/και βασικού επιπέδου γραμματικές γνώσεις και δεν τεκμαίρεται καταρχήν απειρία ως προς τις συναλλαγές λόγω ενδεχομένως, μικρής ηλικίας. Πρόκειται για έννοιες που είναι γνωστές και αντιληπτές σε κάποιον που δανείστηκε το ίδιο χρονικό διάστημα από ελληνική τράπεζα σε συνάλλαγμα, σύμφωνα με την καλή πίστη και τη συναλλακτική ευθύτητα δείχνοντας την δέουσα επιμέλεια (ΟλΑΠ 32/1988). Η έννοια της «συναλλαγματικής ισοτιμίας» είναι πασίδηλη και οικεία, καθώς σε καθημερινή βάση επηρεάζει τις συναλλαγές οποιοσδήποτε αγοράζει εισαγόμενα προϊόντα ή απλά ταξιδεύει στο εξωτερικό και δεν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις, για να αντιληφθεί ο εκάστοτε δανειολήπτης, ακόμα και ο πιο αδαής ότι η συναλλαγματική ισοτιμία δεν είναι σταθερός παράγοντας και ενέχει, όχι μόνον ωφέλειες, αλλά και κινδύνους. Η δε ισοτιμία του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ είναι πληροφορία που εύκολα μπορεί να γίνει γνωστή, ενώ το ισάξιο του συναλλάγματος – εν προκειμένω CHF- σε ευρώ βρίσκεται με απλό μαθηματικό τύπο. Ακόμα, ο ανωτέρω όρος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αόριστος, διότι από τη γραμματική του διατύπωση, η οποία είναι απολύτως σαφής, μη επιδεχόμενη διαφορετική ερμηνεία, προκύπτει ότι μπορούσε να καταστεί αντιληπτή από τον δανειολήπτη η ύπαρξη της ρήτρας της συναλλαγματικής ισοτιμίας στη δανειακή σύμβαση. Επίσης, μπορούσε να γίνει αντιληπτός και ο κίνδυνος της σχετικής συμφωνίας, ενόψει του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γνωστό στο μέσο συναλλασσόμενο, ότι η ισοτιμία των νομισμάτων είναι μεταβαλλόμενη, ακόμα και με μεγάλη κατά καιρούς διακύμανση. Ο εκκαλών επιχειρεί να θεμελιώσει την επικαλούμενη αδιαφάνεια του όρου, υποστηρίζοντας ότι δεν ενημερώθηκε επαρκώς και δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί την πραγματική έννοια της συμφωνίας και ειδικότερα τον κίνδυνο που ελάμβανε από την πιθανή διακύμανση της ισοτιμίας μεταξύ της ισοτιμίας του ευρώ και ελβετικού φράγκου. Ωστόσο, αποδείχθηκε, ότι τόσον ο δανειολήπτης όσον και ο εγγυητής του, είχαν πλήρη επίγνωση του κινδύνου που μπορούσε να προκύψει από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και κατόπιν εκτενών σχετικών συζητήσεων με στελέχη της Τράπεζας, που τους ανέλυσαν το σχετικό κίνδυνο, έλαβαν κάθε φορά την απόφαση να προβούν στην ανάληψη του δανείου τους σε ελβετικά φράγκα. Οι υπάλληλοι της εναγομένης ενημέρωσαν πλήρως τον ενάγοντα για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβανε

από τη σύναψη έκαστου δανείου του σε ξένο νόμισμα, τόσο προφορικά, με την παράθεση παραδειγμάτων σε ποσοστό +1-5% και +/-10%, όσο και εγγράφως με το έντυπο για τη Γενική Ενημέρωση για τα Στεγαστικά Δάνεια, αλλά και με την Επιστολή Συναλλαγματικού Κινδύνου που έχει υπογράψει ρ ίδιος, ενώ του επισημάνθηκε, αφενός μεν η δυνατότητα μετατροπής του δανείου του εκ νέου σε ευρώ οποτεδήποτε το επιθυμούσε, αφετέρου δε η δυνατότητα λήψης του Προγράμματος Προστασίας Δόσης που θα προστάτευε τη μηνιαία δόση για 36 μήνες από επιδείνωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας πέραν του 5%, έναντι επιβάρυνσης στο επιτόκιο, ενώ θα μπορούσε στη λήξη του προγράμματος να το αναγεψσει, με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία του χρόνου ανανέωσης. Επίσης, ο ενάγων – δανειολήπτης ενημερώθηκε ήδη προ της συνάψεως έκαστου δανείου για τη δυνατότητα αυτή. Μάλιστα, ενημερώθηκε για όλα τα χαρακτηριστικά του εν λόγω προγράμματος, τη διάρκεια, την παρεχόμενη προστασία, αλλά και το κόστος αυτού, καθώς επίσης, και για τη δυνατότητα που έχει να το ανανεώσουν στη λήξη του, επισημαίνοντας ότι για την ανανέωση αυτή, ως Ισοτιμία Βάσης θα ληφθεί η ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων κατά το χρόνο της ανανέωσης. Εν προκειμένω, ο ενάγων/εκκαλών επέλεξε το Πρόγραμμα Προστασίας Δόσης και προέβη και στην ανανέωσή του. Συγκεκριμένα, συνήψε το Προσάρτημα II στην υπ` αριθ. …… σύμβαση στεγαστικού δανείου και το Προσάρτημα II στην υπ` αριθ. ….. σύμβαση στεγαστικού δανείου , ενώ, ειδικά για την υπ` αριθ. ….. δανειακή σύμβαση, προέβη σε ανανέωση αυτού το 2010, συνάπτοντας με την Τράπεζα την από 26.03.2010 Πρόσθετη Πράξη Τροποποίησης , με την οποία ανανεωνόταν το Πρόγραμμα Προστασίας Δόσης για ακόμα 3 έτη και το κόστος για την προστασία αυτή ανερχόταν σε 0,40%. Από όλα τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι η εκκαλουμένη ορθά ερμήνευσε , και εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις και εκτίμησε τα όσα σχετικά με τον κρίσιμο όρο της σύμβασης διέλαβε ο ενάγων στην αγωγή του, απορρίπτοντας αυτήν, απορριπτομένου όθεν ως αβασίμου και του 2ου λόγου της έφεσης, ενώ κρίνεται ότι επειδή η προμνημονευθείσα υπ’αριθ. 4/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έχει αποφανθεί για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα του επίμαχου όρου της σύμβασης , δεν συντρέχει λόγος αναμονής εκδόσεως άλλων σχετικών αποφάσεων τόύ Ανώτατου Δικαστηρίου. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η έφεση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο, να συμψηφιστεί δε η δικαστική δαπάνη τόυ παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ τών διαδίκων λόγώ του ότι η ερμηνεία των κανόΥών δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν  ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179, 183 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει αντιμωλία τών δίαδίκων.

 

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την από 24-7-2017 (αρ.εκθ.καταθ. ……/2017) έφεση κατά της υπ’αριθ. 1588/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.Και

 

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ